
Η Συγχώνευση της ΕΑΑΔΗΣΥ και της ΑΕΠΠ και η δημιουργία της ΕΑΔΗΣΥ.
22 Φεβρουαρίου, 2024Ο νέος Κώδικας Μετανάστευσης1 στοχεύει στη συμπερίληψη σε αυτόν του συνόλου των αδειών διαμονής που χορηγούνται από τις αρμόδιες ελληνικές αρχές σε πολίτες τρίτων χωρών αποβλέποντας στην απλούστευση, στη διαφάνεια και στην αποτελεσματικότητα των διαδικασιών, προσδοκώντας τη διασφάλιση μιας μεταναστευτικής πολιτικής που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τις ελληνικής κοινωνίας.
Αντικείμενο του παρόντος, είναι να καθορίσει τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής για περίοδο που υπερβαίνει τις ενενήντα ημέρες στην ελληνική επικράτεια πολιτών τρίτων χωρών για τους σκοπούς που καθορίζονται στον παρόντα νόμο, τα δικαιώματα πολιτών τρίτων χωρών και, κατά περίπτωση, των µελών της οικογένειάς τους, τη διαδικασία έκδοσης και αναθεώρησης των αδειών διαμονής που χορηγεί η Ελλάδα σε πολίτες τρίτων χωρών, καθώς και τη διαδικασία χορήγησής τους.
Αδιαμφισβήτητα η αποτελεσματική διαχείριση του μεταναστευτικού ζητήματος μπορεί να επιφέρει θετικές συνέπειες σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.
Θα προβούμε σε μια γρήγορη ανασκόπηση του νέου κώδικα μετανάστευσης παρουσιάζοντας και πολλά από τα εύστοχα σχόλια που έλαβαν χώρα κατά την σύντομη µεν αλλά ουσιαστική διαβούλευση αυτού. Αξίζει να σημειώσουμε πως μερικά εξ αυτών αφομοιώθηκαν από το ψηφισθέν κείμενο, όπως για παράδειγμα η κατάργηση της αρχικά προβλεπόμενης υποχρέωσης κατοχής οριστικού τίτλου διαμονής στη χώρα για τη χορήγηση της άδειας διαμονής δεκαετούς διάρκειας σε άπασες τις περιπτώσεις (πλήγμα ειδικότερα για τις περιπτώσεις ανηλίκων).2
Ο νέος νόμος διευκολύνει και απλουστεύει κάποιες διαδικασίες, όπως τη δυνατότητα αλλαγής σκοπού της άδειας διαμονής ή τη θεώρηση visa, αλλά παράλληλα δεν ενσωματώνει τη ρύθμιση κρίσιμων ζητημάτων.
Ίσως ήταν σκόπιμο, όπως αυτό προκύπτει και από τα σχόλια της διαβούλευσης του εν λόγω νόμου, μετά τον ορισμό του «ασυνόδευτου ανηλίκου», να προστεθεί ως νέο στοιχείο, ο ορισμός του «χωρισμένου από την οικογένειά του ανηλίκου», όπως αυτός ορίζεται στο άρ.1 ιδ του ν.4939/2022, ήτοι : «χωρισμένος από την οικογένειά του ανήλικος» ή «χωρισμένος ανήλικος» είναι ο ανήλικος, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί τη γονική του μέριμνα, σύμφωνα µε την ελληνική νομοθεσία ή από άλλο πρόσωπο στο οποίο αυτή έχει ανατεθεί σύμφωνα µε τον νόμο, αλλά συνοδεύεται από ενήλικο συγγενή που ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του».
Στα είδη των αδειών διαμονής υπάρχει και μια κατηγορία που τιτλοφορείται «άδειες διαμονής για λοιπούς λόγους», ίσως θα ήταν πιο πρόσφορο να συγκεκριμενοποιούνται όλες οι κατηγορίες αδειών, καθώς επίσης και ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός των κατηγοριών αδειών διαμονής θα ήταν σκόπιμο να περιοριστεί.
Αναφορικά µε την απαγόρευση εκμίσθωσης ακινήτου σε πολίτη τρίτης χώρας που δεν έχει διαβατήριο ή άλλο ταξιδιωτικό έγγραφο που αναγνωρίζεται από διεθνείς συμβάσεις και ισχυρή θεώρηση εισόδου ή άδεια διαμονής που θέτει το αρ. 24, θα πρέπει να έχει ως επακόλουθο τη µη ζήτηση από τις Διευθύνσεις Αλλοδαπών αποδεικτικού εκμίσθωσης ακινήτου κατά τη διάρκεια της αίτησης χορήγησης αρχικής άδειας διαμονής. Σε αντίθετη περίπτωση, η πρακτική αυτή των Διευθύνσεων Αλλοδαπών έρχεται σε αντιπαράθεση µε το γράμμα του νόμου.
Είναι σημαντικό να επισημάνουμε πως, όπως προκύπτει από το Πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της λαθραίας διακίνησης μεταναστών3, η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της διακίνησης μεταναστών είναι η προσπόριση οικονομικού ή άλλου υλικού κέρδους. Ο εν λόγω νόμος εξακολουθεί να διατηρεί την ευρεία ποινικοποίηση των πράξεων της μεταφοράς από το εξωτερικό στην Ελλάδα, της παραλαβής από σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα µε σκοπό την προώθηση στο εσωτερικό της χώρας ή σε άλλο κράτος, της διευκόλυνσης της μεταφοράς ή της εξασφάλισης καταλύματος για απόκρυψη, χωρίς να απαιτείται να ενεργεί ο μεταφορέας κερδοσκοπικά. Θα ήταν σκόπιμο η «κερδοσκοπία» να εισαχθεί ως απαραίτητο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος του αρ. 25, παρ. 1 σε άπασες τις μορφές του.
Η παρ. 6 του αρ. 25 του εξεταζόμενου νόμου, διατηρεί την εν ισχύ εξαίρεση από τις προβλεπόμενες κυρώσεις «στις περιπτώσεις διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα, της μεταφοράς ανθρώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας κατά τις επιταγές του διεθνούς δικαίου, καθώς και στις περιπτώσεις προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς ». Ωστόσο, η διάταξη μπορεί να θεωρηθεί ελλιπής για την αποφυγή της άδικης ποινικοποίησης ή και επιβολής άδικων κυρώσεων στους παρέχοντες ανθρωπιστική βοήθεια. Ίσως θα ήταν πιο πρόσφορο να αποκλείει τις κυρώσεις γενικότερα σε περιπτώσεις παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας πέραν της «διάσωσης ανθρώπων στη θάλασσα», της «μεταφοράς» και της «προώθησης στο εσωτερικό της χώρας ή διευκόλυνσης της μεταφοράς». Είναι αναγκαίο να διαχωρίσουμε μεταξύ των περιπτώσεων εξάρθρωσης µελών εγκληματικών οργανώσεων διακίνησης ανθρώπων και προσώπων που αναγκάστηκαν να οδηγήσουν κάποιο πλοιάριο προκειμένου να σώσουν τη ζωή τους και τη ζωή των συνεπιβατών τους.
Κενό αποτελεί η έλλειψη αναφοράς στην πρόβλεψη του καθεστώτος των ήδη διαμενόντων και εργαζομένων στη χώρα που δεν έχουν ακόμα ρυθμίσει το καθεστώς της άδειας διαμονής τους. Πριν προβούμε σε μετακλήσεις πολιτών τρίτων χωρών από το εξωτερικό, ίσως θα ήταν σκόπιμο να αξιοποιηθούν νόμιμα συγκεκριμενοποιώντας το καθεστώς τους, οι πολλές δεκάδες χιλιάδες εργάτες γης που διαμένουν ήδη στην Ελλάδα, και εργάζονται «αόρατα» ώστε να καλυφθούν οι υφιστάμενες ανάγκες εργατικού δυναμικού, να αποφευχθεί η «μαύρη» εργασία, να περιοριστεί η απώλεια εσόδων για το ελληνικό κράτος µέσω της καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, να μειωθούν οι καταχρηστικές αιτήσεις αδειών διαμονής καθώς και να περιοριστεί η εγκληματικότητα στην οποία δύνανται να στραφεί ο «αόρατος» μετανάστης προς επιβίωση.
Επίσης διαπιστώνουμε πως, ενώ η κυβέρνηση έχει επενδύσει σε διακρατικές συμφωνίες µε χώρες όπως το Μπαγκλαντές (ν. 4959/20224), την Αίγυπτο (ν. 5009/20235) ή την Αλβανία (αρ. 16 του ν. 4783/20216), για μαζικές προσωρινές νομιμοποιήσεις, δεν ενσωματώθηκαν στον νέο κώδικα μετανάστευσης, µε αποτέλεσμα τη δημιουργία μεταναστών πολλών ταχυτήτων.7
Αναφορικά µε τις κατηγορίες αδειών για οικογενειακούς λόγους, προκύπτει σαφώς από την επίκαιρη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι ο απόλυτος και άνευ όρων αποκλεισμός των κατόχων επικουρικής προστασίας από το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης, χωρίς την παροχή δυνατότητας εξατομικευμένης εξέτασης της κάθε υπόθεσης, δεν συμμορφώνεται µε τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας και δη µε το δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.8
Επισημαίνεται πως, σύμφωνα µε το αρ. 10 της µε αρ. 2004/38/ΕΚ Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την απόκτηση άδειας διαμονής µέλους οικογένειας πολίτη ΕΕ, αρκεί ο αιτών πολίτης τρίτης χώρας να κατέχει οποιονδήποτε τίτλο νόμιμης διαμονής, πρόβλεψη σχετιζόμενη και µε την προστασία της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των πολιτών της ΕΕ και των µελών της οικογένειάς τους, την οποία επιχειρεί να διασφαλίσει η Οδηγία. Εξάλλου, σύμφωνα µε την σκέψη 5 της Οδηγίας : «Το δικαίωμα όλων των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών µελών, προκειμένου να ασκείται υπό αντικειμενικές συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρέπειας, θα πρέπει να παρέχεται και στα µέλη της οικογένειάς τους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους».
Η χορήγηση άδειας διαμονής σε θύματα και ουσιώδεις μάρτυρες εγκληματικών πράξεων, σε θύματα ενδοοικογενειακής βίας, σε θύματα εγκλημάτων µε ρατσιστικά χαρακτηριστικά, σε πάσχοντες από σοβαρά προβλήματα υγείας, σε θύματα εργατικών ατυχημάτων, σε όσους παρακολουθούν εγκεκριμένο κατά νόμο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχικής εξάρτησης, καθώς και σε πολίτες τρίτων χωρών που µε κίνδυνο της ζωής τους, προέβησαν σε πράξεις κοινωνικής αρετής, προσφοράς και αλληλεγγύης που προάγουν τις αξίες του ανθρωπισμού, προβλέπεται να χορηγείται ad hoc υπό τη διακριτική ευχέρεια του Υπουργού Μετανάστευσης και Ασύλου, παρότι η χορήγηση άδειας διαμονής στις περιπτώσεις αυτές σε άλλες διατάξεις εθνικής αλλά και υπερνοµοθετικής ισχύος συνιστά δεσμευτική υποχρέωση.
Αδιαμφισβήτητα, πολλά σχόλια στη διαβούλευση προτείνουν να προσµετράται ο χρόνος παραμονής στην Ελλάδα βάσει σχετικού δικαιώματος του αιτούντος διεθνούς προστασίας για τη συμπλήρωση της επταετίας σε περίπτωση κατάθεσης αίτησης άδειας παραμονής για εξαιρετικούς λόγους, αποφεύγοντας τη συρρίκνωση της εν λόγω κατηγορίας.

